Griechisch


JÜRGEN JANKOFSKY

 

Άννα των Δασών

 

 

Ένα

 

«Άδικο», φώναξε η Άννα, «είναι άδικο, τόσο άδικο!»

Η τηλεόραση έδειχνε έναν πρόσφυγα να βγαίνει από τη θάλασσα και να κουβαλάει ένα παιδί, ένα νεκρό παιδί. Προσεκτικά, τρυφερά σχεδόν, το απίθωσε στην παραλία, γονάτισε και όρθωσε το βλέμμα του στον ουρανό. Τουρίστες με μαγιό, και παιδιά, πλησίασαν και γούρλωσαν τα μάτια. Όχι, δεν είναι ταινία, οι ειδήσεις είναι, όλα είναι πραγματικά γεγονότα, έχουν συμβεί.

Η Άννα έκλεισε τα μάτια της με τα χέρια της και κούνησε το κεφάλι της. Οι εικόνες όμως δεν εξαφανίστηκαν. Στη θάλασσα υπήρχαν και άλλοι πρόσφυγες. Και στον ορίζοντα βούλιαξε και άλλη βάρκα.

Φυσικά, δεν ήταν η πρώτη φορά που είδε τέτοιες εικόνες, αλλά σήμερα της έπεσε κατά κάποιο τρόπο πολύ βαρύ όλο αυτό.

Ο παρουσιαστής είπε, ότι όποιος θα ήθελε να βοηθήσει, μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να κάνει μια δωρεά.

Η Άννα έτρεξε στο δωμάτιό της και πήρε τον κουμπαρά της. Χθες ο παππούς και η γιαγιά της δώσανε αρκετό χαρτζιλίκι για τις διακοπές. «Καλό ταξίδι» της είπανε «Καλά να περάσετε!». Όμως δε μπορεί καν να φανταστεί ότι θα μπορούσε να είναι ξαπλωμένη με τον μπαμπά και τη μαμά κάτω από τους φοίνικες και δίπλα να συμβεί, ότι συνέβη πριν λίγο στην τηλεόραση... Όχι! Όχι, παρακαλώ πολύ!

Σήκωσε τον κουμπαρά πάνω από το κεφάλι της και- γκντούπ, κομματιάστηκε στο πάτωμα. Τα κέρματα κύλησαν παντού.

«Τι έγινε;» ήρθε η μαμά τρέχοντας από την κουζίνα. «Τι κάνεις εκεί;»

«Θέλω να κάνω δωρεά», είπε η Άννα και έδειξε την τηλεόραση. «Θα με βοηθήσεις;»

«Ναι, αλλά...»

«Είναι άδικο», είπε η Άννα, «να λιαζόμαστε και δίπλα άλλοι να πεθαίνουν. Αυτό πρέπει να σταματήσει επιτέλους!»

 

 

Δύο

 

Ο Ρομπέν χτύπησε με την παλάμη του τον αυτόματο πωλητή τσίχλας.

«Μπούρδα!» είπε, «Πόσα πρέπει να ρίξω δηλαδή; Γιατί δε βγαίνει;»

Η Άννα παρατήρησε, ότι ο Ρομπέν έψαχνε θυμωμένος τις τσέπες του. Πριν προλάβει όμως να βάλει και άλλα κέρματα στο αυτόματο, του φώναξε: «Περίμενε!»

Η Άννα είχε ήδη ρωτήσει όλα τα άλλα παιδιά στην τάξη της, αν θέλουν να κάνουν κάτι έτσι ώστε ο κόσμος να γίνει πιο δίκαιος, με λιγότερη ανέχεια και θλίψη. Όλοι όμως είχαν μια δικαιολογία, ένας ξέχασε το πορτοφόλι του και ο άλλος δεν είχε καθόλου χρόνο, έπρεπε να μελετήσει κάτι αμέσως, άλλοι έπρεπε να ρωτήσουν πρώτα τους γονείς τους και κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι θα βοηθούσαν ίσως αύριο.

Ο Ρομπέν κοίταξε με περιέργεια τις τσίχλες που ψάρεψε η Άννα από την τσάντα της, λίγο στραπατσαρισμένες αλλά εντάξει. Και άκουσε με υπομονή τι του είπε η Άννα, ότι δεν άντεχε άλλο να βλέπει αυτές τις απαίσιες εικόνες στην τηλεόραση. Και ξαφνικά ο Ρομπέν έδωσε τα κέρματά του στην Άννα για τη δωρεά.

 

 

Τρία

 

Η Άννα δώρισε επίσης τα χρήματα που της έδωσε ο μπαμπάς της για το Άριστα που πήρε στη δύσκολη εργασία των μαθηματικών. Παρακάλεσε τους θείους και τις θείες της, τα ξαδέρφια και τους γείτονες, τους δασκάλους και τους φίλους της, αλλά και έξω στο δρόμο να την μιμηθούν.

Οι εικόνες όμως, αυτές οι φριχτές σκηνές στις ειδήσεις δεν εξαφανίστηκαν. Κάθε μέρα αυξάνονταν, δε λιγόστευαν και οι εικόνες αυτές, αυτές οι σκηνές γίνονταν όλο και πιο φριχτές. Περισσότερες αναποδογυρισμένες βάρκες, περισσότεροι νεκροί, ολοένα και περισσότεροι θεατές.

 

 

Τέσσερα

 

Ο Ρομπέν ρώτησε την Άννα, αν ξέρει ότι έχει ένα διάσημο συνονόματο.

Πάντα ντυμένος στα πράσινα, φονικός με το τόξο και τα βέλη, ήρωας, έξυπνος και θαρραλέος, έκλεβε από τους πλούσιους και τα έδινε στους φτωχούς...

«Ο Ρομπέν των Δασών;»

«Ναι», είπε ο Ρομπέν.

 

 

Πέντε

 

H Άννα το σκέφτηκε για λίγο.

«Νομίζεις», ρώτησε τελικά, «ότι αν οι πλούσιοι σήμερα έδιναν χρήματα για τους φτωχούς, τόσα ώστε να είχαν τουλάχιστον για να φάνε, να μπορούσαν να πάνε στο σχολείο και μετά να βρουν δουλειά και να ζούνε ειρηνικά, θα σταματούσαν να υπάρχουν πρόσφυγες;»

«Δεν ξέρω», είπε ο Ρομπέν.

«Θα άφηναν οι φτωχοί την πατρίδα τους για να πάνε σε πλούσιες χώρες διασχίζοντας επικίνδυνες θάλασσες, ερήμους, βουνά και σύνορα με συρματοπλέγματα;»

«Δεν ξέρω», είπε ο Ρομπέν.

«Πού μπορώ να μάθω τοξοβολία;» ρώτησε η Άννα.

«Δεν ξέρω», είπε ο Ρομπέν.

 

 

Έξι

 

Ο Ρομπέν παρατηρούσε τον τρόπο με τον οποίο η Άννα άλλαζε την εξωτερική της εμφάνιση μέρα με τη μέρα: στην αρχή, εμφανίστηκε με ένα πράσινο φιόγκο στα μαλλιά, μετά με πράσινα νύχια, στη συνέχεια πρόσθεσε ένα πράσινο πουλόβερ και μετά και μια πράσινη φούστα και πράσινα παπούτσια και στο τέλος ήρθε με χείλη βαμμένα πράσινα και πράσινη σκιά, ένα πράσινο ρολόι, πράσινη σάκα καθώς και πράσινα βραχιόλια, κολιέ και δαχτυλίδια.

Και όσο πιο πράσινη γινόταν, τόσο πιο πολύ κλεινόταν στον εαυτό της, φαινόταν πάντα σκεπτική, δεν γελούσε, έδιωχνε τους άλλους από το δρόμο της, δεν μιλούσε σχεδόν καθόλου με τον Ρομπέν.

Ίσως να μην είχε καν προσέξει ότι ο Ρομπέν ξαφνικά ερχόταν στο σχολείο με ένα πράσινο καπέλο του μπέιζμπολ, αν οι δάσκαλοι δεν του ζητούσαν συνεχώς να βγάλει αυτό το πράσινο πράγμα τουλάχιστον κατά τη διάρκεια του μαθήματος.

«Το πράσινο σου πάει», είπε η Άννα.

«Κι εσένα», είπε ο Ρομπέν.

Χαμογέλασαν πονηρά και οι δύο.

«Ο Ρομπέν των Δασών ήταν πάντα χαρούμενος», είπε ο Ρομπέν, «πάντα προσιτός, πάντα ευδιάθετος».

«Πώς το ξέρεις αυτό;»

«Ε, έχω διαβάσει μερικά πράγματα στο Ίντερνετ και αλλού.»

«Ωραία», είπε η Άννα, «και τι άλλο;»

«Αν ήταν μόνος του ο Ρομπέν των Δασών δεν θα είχε καταφέρει τίποτα, απολύτως τίποτα χωρίς τους συντρόφους του, τη συμμορία του, δεν θα έβρισκε ποτέ χρυσό, δεν θα μπορούσε να αποδώσει δικαιοσύνη , όχι, τίποτα!»

«Χμ....», σκέφτηκε η Άννα, «Εννοείς....;»

«Βγάζει νόημα!», είπε ο Ρομπέν.

«Ωραία τότε», είπε η Άννα και έδωσε στον Ρομπέν ένα πράσινο δαχτυλίδι, «Καλώς ήρθες στη Συμμορία της Άννας των Δασών!»

 

 

Επτά

 

Καθώς η Άννα έψαχνε μόνη της πλέον στο Ίντερνετ, ανακάλυψε ότι ο Ρομπέν των Δασών και οι σύντροφοί του ονομάζονταν Παράνομοι. Και ο νόμος των Παρανόμων ήταν να παίρνεις από τους πλούσιους και να δίνεις στους φτωχούς.

Στη συνέχεια βρήκε ότι τις περισσότερες φορές έπαιρνε μόνο τα μισά από τα χρήματα, τα κοσμήματα ή το χρυσό των πλουσίων, έτσι ώστε και οι ίδιοι, Θεός φυλάξει, να μην γίνουν φτωχοί.

Και τελικά διάβασε ότι πριν από κάποιους αιώνες υπήρχαν στην Αγγλία Αγώνες του Ρομπέν των Δασών, όπου υπήρχε άφθονο τραγούδι, χορός, απαγγελίες, γκριμάτσες, ζογκλέρ, ακροβάτες και μάγοι και στο τέλος οι πλούσιοι έδιναν όσα χρήματα ήθελαν για τους φτωχούς.  Οι Αγώνες του Ρομπέν των Δασών γίνονταν την Ημέρα του Ρομπέν των Δασών, πάντα την 1η Μαΐου.

 

 

Οκτώ

 

«Τέλεια», φώναξε ο Ρομπέν, «σήμερα είναι Πρώτη Μαΐου, έλα!»

«Μα πού θέλεις να πας;»

«Εκεί που πάνε όλοι οι πλούσιοι, εκεί πού είναι τα χρήματα, στην τράπεζα!»

Χωρίς καθυστέρηση, πήρε την Άννα από το χέρι και έτρεξαν διασχίζοντας την πόλη.

Μπροστά από την τράπεζα όμως βρίσκονταν ήδη από τη μία πλευρά ηλικιωμένοι κύριοι και κυρίες με κόκκινες σημαίες και κόκκινα πανό και σφύριζαν εκκωφαντικά με κόκκινες σφυρίχτρες. Και από την άλλη πλευρά στέκονταν άντρες και γυναίκες σχεδόν ίδιας ηλικίας με μαύρες σημαίες και μαύρα πανό και προσπαθούσαν να ξεπεράσουν το θόρυβο από τις σφυρίχτρες ουρλιάζοντας. Ανάμεσά τους αστυνομία. Και όταν κάποια στιγμή σταματούσαν για να πάρουν ανάσα, ένας ηλικιωμένος ομιλητής έβγαζε λόγο πάνω σε μια εξέδρα μιλώντας για τη δύναμη του χρήματος, στην οποία θα έπρεπε να αντισταθούν όλοι οι εργάτες και οι εργαζόμενοι του κόσμου και διάβαζε τραυλίζοντας διάφορες προτάσεις από ένα χαρτάκι, τις οποίες δεν μπορούσαν να καταλάβουν η Άννα και ο Ρομπέν, όσο κι αν το ήθελαν.

Προτού όμως μπορέσουν να τραγουδήσουν ή να χορέψουν, να κάνουν απαγγελίες, γκριμάτσες, ζογκλερικά, ακροβατικά ή μαγικά, άρχισαν να τους μαλώνουν με αγένεια.

«Εδώ δεν είναι μέρος για παιχνίδια!»

«Είναι Πρώτη Μαΐου – ημέρα αγώνων για τους εργαζόμενους!»

«Καταλάβατε;»

 

 

Εννιά

 

Προσοχή. Παιδιά! έγραψε η Άννα στο Ίντερνετ: Ποιος είναι ενάντια στην αδικία; Ποιος υποστηρίζει το νόμο των Παρανόμων; Ιδρύσαμε τη συμμορία της Άννας των Δασών! Θα έρθετε μαζί μας; Δηλώστε συμμετοχή!

 

 

Δέκα

 

Δεν πέρασε πολύς καιρός και η Άννα λάμβανε μηνύματα στο Ίντερνετ από όλο τον κόσμο!

Πρώτος δήλωσε συμμετοχή ο Όττο: Είμαι μαζί σου!

Μετά ο Αχμέντ, ο Άρμεν, ο Άμο, η Σοβάνι και ο Ακίρα.

Η Μαρία ήθελε να μάθει αν θα μπορούσε να μεταφράσει το μήνυμα της Άννας σε άλλη γλώσσα.

Εννοείται!

Η Σβετλάνα ήθελε να μάθει αν θα μπορούσε να προωθήσει το μήνυμα της Άννας σε άλλα παιδιά!

Εννοείται!

Η Ιντίρα ήθελε να μάθει αν θα μπορούσε να μεταφράσει και σε άλλες γλώσσες το μεταφρασμένο μήνυμα και να το προωθήσει.

Εννοείται! Εννοείται! Εννοείται!

Η αρχή της χιονοστιβάδας: Τώρα ήθελε να συμμετέχει και ο Γκίζο με τον Ζλάτκο, ο Χαϊλέ, η Μπαγκσρί, η Μανό και ο Τις, η Ανιέτα, η Εϊλούλ και η Σάρα, ο Χοσέ, ο Τζον, ο Γκιόργκι και ο Τζιοβάνι, η Λιν, ο Ρούι, ο Τζέγκις, η Μαλίκα, ο Βίνου, ο Χαβί, η Γιάλα, η Ραφνίλντουρ, η Μπίντανγκ, ο Οδυσσέας και ο Γουόλγιο, η Νάιρα, ο Μόουαν, ο Ερνέστο και ο Γιάνκο, η Ζανέτ και η Γιασμίν, ο Καράμπα, ο Πάτρικ, ο Ρέτο, ο Νανούκ, ο Νγκούνου, ο Σβεν, ο Ζάκαρι, ο Ναρουμόλ, η Χόα, η Γκάμπιγια, ο Ράντου, ο Τενζίν και η Σο Γιουν.

Καλώς ήρθατε!

 

 

Έντεκα

 

«Έχεις διαβάσει», ρώτησε ο Ρομπέν, «τις ιδέες που έχουν τα νέα μέλη της συμμορίας μας; Τι πρέπει να κάνουμε;»

«Εντάξει», είπε η Άννα, «Ας δούμε τι μπορούμε να κάνουμε!»

Η μία πρόταση έλεγε ότι όλα τα παιδιά που έρχονται στο σχολείο χωρίς να έχουν φάει πρωινό, θα προσκαλούνται από τους πλούσιους για μεσημεριανό, περιλαμβάνοντας τουλάχιστον τρία πιάτα: σούπα για ορεκτικό, κυρίως πιάτο και επιδόρπιο. Αμέσως!

Ή ότι όλα τα παιδιά δεν θα δουλεύουν μέχρι να επιβληθεί ένας φόρος για πλούσιους σε όλο τον κόσμο, ωραία. Ή ότι όλα τα παιδιά θα ασχολούνται ξανά με τις σχολικές εργασίες και τις ασκήσεις τους και θα πηγαίνουν στα μαθήματά τους, αν αναγκαστούν να δίνουν το μισό από το εισόδημά τους όλοι αυτοί που δεν βγάζουν χρήματα από την δουλειά τους αλλά από τα χρήματα κάποιων άλλων. Τσάκα τσάκα!

Ή ότι όλοι οι άνθρωποι θα παίρνουν χρήματα απλά επειδή είναι άνθρωποι, νέοι και γέροι, γυναίκες και άντρες, χοντροί και λεπτοί, κίτρινοι, μελαμψοί, άσπροι και μαύροι, φτωχοί και πλούσιοι, το ίδιο ποσό για όλους κάθε μήνα σε κάθε χώρα και τόσα χρήματα ώστε να μην πρέπει να πεινάει ή να διψάει κανείς, να μπορούν όλοι να έχουν ένα σπίτι, να πηγαίνουν σχολείο και μετά να βρίσκουν μια καλή δουλειά που θα τους δίνει έναν δίκαιο μισθό για να εκπληρώνουν τις επιθυμίες τους, ό,τι επιθυμία κι αν έχουν, και για να ζούνε στο μέρος που αισθάνονται ότι είναι σπίτι τους. Ο πλούτος όλου του κόσμου φτάνει για όλους τους ανθρώπους της γης, έτσι δεν είναι;

 

 

Δώδεκα

 

«Χαμογελάστε!»

Ο Ρομπέν έδινε οδηγίες στην Άννα, η οποία στεκόταν ντυμένη στα πράσινα μπροστά από το μεγάλο κτίριο της τράπεζας και πήγαινε πέρα δώθε.

«Άλλο ένα βήμα μπροστά. Εντάξει, και άλλο ένα προς τη μέση, αυτό είναι, πολύ ωραία!»

Και μετά ο Ρομπέν έβαλε στην Άννα και το δικό του πράσινο καπέλο του μπέιζμπολ και κλικ! και κλικ! και κλικ την φωτογράφιζε ξανά και ξανά.

Και την ωραιότερη φωτογραφία την ανέβασε αμέσως στο Ίντερνετ. Χαιρετίσματα από την Άννα των Δασών!

Στο σπίτι η Άννα πρόσθεσε: Σύντομα φτάνει η 1η Ιουνίου – η Ημέρα των Παιδιών. Από σήμερα θα γίνει η δική μας Ημέρα του Ρομπέν των Δασών! Θα ντυθούμε στα πράσινα – οτιδήποτε πράσινο έχει ο καθένας οπουδήποτε: μια πράσινη κάλτσα ή μια πράσινη στέκα για τα μαλλιά ή ένα πράσινο μολύβι ή ένα φύλλο από φοίνικα ή απλά ένα χορταράκι – λοιπόν την Ημέρα του Ρομπέν των Δασών θα ντυνόμαστε στα πράσινα και θα πηγαίνουμε εκεί που είναι τα χρήματα: στις τράπεζες ή στα σπίτια των πλουσίων, όπως κάνουμε παντού την ημέρα του Χάλοουιν! Αλλά δεν θα ζητάμε φάρσα ή κέρασμα, όχι, ούτε ελεημοσύνη, μόνο δικαιοσύνη! Μάλιστα, για όλους! Και όποιος γελάσει μαζί μας ή πάει να μας μαλώσει, θα τον βγάζουμε φωτογραφία και θα τον ανεβάζουμε στο Ίντερνετ – έτσι την επόμενη Ημέρα του Ρομπέν των Δασών περισσότερα πράσινα παιδιά θα ζητάνε δικαιοσύνη, πολύ περισσότερα – το ίδιο και την παρα-επόμενη χρονιά και την παρα-παρα-επόμενη! Σαν το φαινόμενο της χιονοστιβάδας!

Ο Ρομπέν ρώτησε την Άννα, αν θα μπορούσα να προσθέσει κι αυτός κάτι.

«Εντάξει!»

Γράφει λοιπόν κι αυτός: Μην ξεχνάτε, θα μεγαλώσουμε - και τότε θα κυβερνάμε εμείς τον κόσμο!

Γρήγορα άρχισαν να συμπληρώνουν παιδιά από όλες τις χώρες πλέον: Ναι, ναι, ναι - είμαστε μαζί σας!

Κάποιοι ήθελαν να μάθουν αυτό, άλλοι το άλλο: αν για παράδειγμα επιτρέπονται τα πράσινα γυαλιά, αν μπορούν να ζωγραφίσουν αφίσες ή να φτιάξουν ταινίες.

Ναι, ναι, ναι!

Και την 1η Ιουνίου, την Ημέρα του Ρομπέν των Δασών η Άννα έγραψε: Ξεκινάμε!

 

Übersetzung / μετάφραση: Stefania El Badaoui